Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Ο χαμένος τζίρος της ΔΕΗ και ο αργός θάνατος του λιγνίτη


Στα αποτελέσματα που ανακοίνωσε  η ΔΕΗ, αποτυπώνονται αλλαγές στα μεγέθη της εταιρείας που κατά τα φαινόμενα ήρθαν για να … μείνουν. Πλέον η αγορά θα πρέπει να συνηθίσει σε μια πορεία συρρίκνωσης, καθώς ο μειωμένος κατά περίπου 136 εκατομμύρια ευρώ τζίρος, που σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση είναι απόρροια της ολοένα διογκούμενης απώλειας μεριδίων της εταιρείας στη λιανική του ρεύματος, θα πρέπει να θεωρείται μόνο η αρχή. 
Εκτός όμως από το μειωμένο τζίρο, η εταιρεία εμφανίζεται να βελτιώνει τα..
περιθώριά της, παρότι στο κομμάτι της παραγωγής, που αποτελεί και την ατμομηχανή για την κερδοφορία της, το μείγμα συνεχίζει να διαφοροποιείται με το συσχετισμό να εξελίσσεται σε βάρος του λιγνίτη. 
Στην τρέχουσα συγκυρία  βεβαίως η υποκατάσταση των ποσοτήτων του λιγνίτη γίνεται με φυσικό αέριο και εισαγωγές που αυτήν την περίοδο έχουν ευνοϊκή τιμή. Την ίδια στιγμή τα αποτελέσματα βελτιώνονται και από τις προβλέψεις, που εμφανίζονται στον ισολογισμό πιο συγκρατημένες. 
Βεβαίως είναι γνωστό και έχει επισημανθεί ότι η ΔΕΗ χάνει μερίδια στη λιανική και θα συνεχίσει να χάνει, με τους ρυθμούς να εντείνονται στο αμέσως επόμενο διάστημα αρχής γενομένης από το Σεπτέμβριο με την προώθηση των μεταρρυθμίσεων στον ενεργειακό τομέα και την αγορά ηλεκτρισμού να αποτελεί βασικό παραδοτέο και προαπαιτούμενο για την επόμενη δόση. 

Επί 20 χρόνια ο λιγνίτης "πέφτει"
Για την παραγωγή ωστόσο εδώ έχουμε μια ακόμη δομική αλλαγή να συντελείται αφού όπως καταδεικνύουν τα τελευταία στοιχεία του ΑΔΜΗΕ καταγράφεται νέα μεγάλη μείωση του ποσοστού παραγωγής από λιγνίτη, στο πρώτο τετράμηνο του 2016.  Συγκεκριμένα το ποσοστό παραγωγής από Λιγνίτη από 38% το 2015, μειώθηκε στο 28% το α' τετράμηνο του 2016 και στο 22% τον Απρίλιο του 2016. Το ποσοστό παραγωγής από Φυσικό αέριο από 14% το 2015, αυξήθηκε στο 19% το α' τετράμηνο του 2016 και στο 20% τον Απρίλιο του 2016.
Το ποσοστό από τις Διασυνδέσεις (Εισαγ. - Εξαγ.) από 19% το 2015, αυξήθηκε στο 22% το α' τετράμηνο του 2016 και στο 24% τον Απρίλιο του 2016. Το ποσοστό παραγωγής από Φωτοβολταϊκά από 9% το 2015, αυξήθηκε στο 10% το α' τετράμηνο του 2016 και στο 13% τον Απρίλιο του 2016.  Τα ποσοστά για τα Υδροηλεκτρικά και τις λοιπές ΑΠΕ έμειναν πρακτικά τα ίδια. Υπάρχει επίσης μια μείωση της συνολικής παραγωγής κατά 5,7% για το α' τετράμηνο του 2016, σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2015.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της εντυπωσιακής αλλαγής που συντελείται διαχρονικά, αρκεί να σημειωθεί ότι προ 20ετίας (το 1996) το 75% περίπου της ενέργειας παρήχθη από τον Λιγνίτη. Πριν από 10 χρόνια (το 2006) το αντίστοιχο ποσοστό είχε πέσει περίπου στο 55% και το 2015 στο 38%.
Ειδικά για τη μείωση του 2015 και του 2016 πάντως, είναι δεδομένο ότι έχει βοηθήσει σημαντικά η μείωση των τιμών του φυσικού αερίου που οδηγεί σε ανταγωνιστικό επίπεδο την ηλεκτροπαραγωγή από τις μονάδες συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου, ωθώντας τη ΔΕΗ σε περιορισμό των λιγνιτών ακόμη και για λόγους καλύτερης διαχείρισης των ολοένα συρρικνούμενων αποθεμάτων λιγνίτη που διαθέτει στα ορυχεία της. 

Λιανική
Η ΔΕΗ πάντως , όπως φάνηκε και στις επισημάνσεις που συνόδευαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων τριμήνου, συνεχίζει την ατελέσφορη πολιτική της … καταγγελίας, αντί να επικεντρωθεί στο πως θα βελτιώσει την απόδοσή της, θα γίνει πιο ανταγωνιστική και θα προετοιμαστεί για ένα περιβάλλον αγοράς όπου θα πρέπει να κερδίσει και να μη θεωρεί δεδομένους τους πελάτες της. Υπό την έννοια αυτή η προσέγγιση της εταιρείας απέναντι στις τελευταίες εξελίξεις που συντελούνται στην αγορά και στις αποφάσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία για την αξιολόγηση, προϊδεάζουν για "μία από τα ίδια".
Στο μέτωπο των ανεξόφλητων η ΔΕΗ συνεχίζει να παρακολουθεί τους πελάτες της να αυξάνουν τις οφειλές που συνεχίζουν παραμένουν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα. Το βασικό πρόβλημα για την εταιρεία πάντως παραμένει ότι εστιάζει στο πως θα αποφύγει το άνοιγμα της αγοράς, αντί να προετοιμάζει τη βελτίωση των επιδόσεων και των υπηρεσιών της για να κερδίσει τη μάχη σε μια ανταγωνιστική και χωρίς νοθεύσεις αγορά.


Χ. Φλουδόπουλος, capital.gr