Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018

Η ΔΕΗ απειλή για την οικονομία: Πραγματικότητα ή συκοφαντία;

Σε μια προσπάθεια να φορτώσει αλλού τις ευθύνες για την σημερινή οικονομική εικόνα της ΔΕΗ και ψάχνοντας παντού για εχθρούς έχει επιδοθεί τα τελευταία 24ωρα, με συνεντεύξεις και δηλώσεις του, ο πρόεδρος της Μανώλης Παναγιωτάκης. 
Κατηγορεί ως «συκοφάντες» πολιτικές δυνάμεις και ΜΜΕ που ασκούν κριτική στα πεπραγμένα του στη ΔΕΗ, ενώ καρφώνει και τους δύο τελευταίους υπουργούς Ενέργειας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τον Πάνο Σκουρλέτη και τον Γιώργο Σταθάκη.
Τους χρεώνει ότι δικές τους αποφάσεις έχουν φορτώσει την επιχείρηση στη τριετία 2015-2018, ούτε λίγο ούτε πολύ με περίπου… 1 δισ. ευρώ, με τα μέτρα για την κάλυψη του ελλείμματος ΑΠΕ, και τις υποχρεωτικές δημοπρασίες πώλησης ρεύματος προς τον ανταγωνισμό, σε τιμές κόστους, το υποτιθέμενο ισοδύναμο απέναντι στη «Μικρή ΔΕΗ», εμπνεύσεως Πάνου Σκουρλέτη. 

Δεν απαντά βέβαια ο κ. Παναγιωτάκης στο ερώτημα γιατί ο ίδιος δεν παραιτήθηκε αφού την τελευταία τριετία ελήφθησαν για τη ΔΕΗ τόσο καταστροφικές αποφάσεις, παρά επέλεξε όχι μόνο να παραμείνει στη θέση του, αλλά και να δεχθεί τον περασμένο Ιούνιο να ανανεωθεί η θητεία του για τρία ακόνη χρόνια.
Σε δύο συνεντεύξεις που παραχώρησε (Εφ.Συν., Documento) ο πρόεδρος της ΔΕΗ, κατηγορεί για την αρνητική δημοσιότητα «συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και ΜΜΕ» που επιδίδονται, όπως λέει, σε έναν ορυμαγδό επιθέσεων εναντίον της επιχείρησης. Δηλώνει μάλιστα υποχρεωμένος να προστατεύσει πελάτες, εργαζόμενους και ιδιαίτερα τους μικρομετόχους της επιχείρησης, για τους οποίους όπως λέει, «επηρεασμένοι από την ατμόσφαιρα που δημιουργείται, πωλούν τις μετοχές τους όσο-όσο».
Πως έγιναν αέρας 490 εκατ. ευρώ
Αν κοιτάξει κάποιος τη φετινή πορεία της μετοχής της ΔΕΗ, διαπιστώνει ότι έχει χάσει το… 64% της αξίας της από τα υψηλά έτους, της 1ης Φεβρουαρίου 2018, όταν και είχε φτάσει στα 3,3, ευρώ, έναντι 1,19 ευρώ του κλεισίματος της Παρασκευής. Σε όρους κεφαλαιοποίησης τότε η ΔΕΗ άξιζε 765,6 εκατ. ευρώ, έναντι μόλις 276 εκατ. ευρώ την Παρασκευή, χάθηκαν δηλαδή 490 εκατ ευρώ.
Ούτε όμως το Φεβρουάριο, ούτε το Μάρτιο, ούτε τους επόμενους μήνες, στη διάρκεια των οποίων οι επενδυτές ξεφορτώνονταν σταθερά μετοχές της ΔΕΗ, απασχολούσε την επικαιρότητα η εξαγορά της εταιρείας του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ζάεφ, οι δικαστικές περιπέτειες του κ. Παναγιωτάκη ή τα «ΔΕΗ Statistics».
Ούτε η μετοχή είχε βρεθεί στο επίκεντρο κάποιας «επίθεσης υποτιμητικής κερδοσκοπίας», όπως είχε υποστηρίξει τον Μάιο η διοίκηση της επιχείρησης, με αφορμή μια ακόμη μεγάλη «βουτιά» εκείνες τις ημέρες. Ουδέποτε στοιχειοθετήθηκε κατηγορία που να δείχνει ότι κάποια funds χειραγωγούσαν τη μετοχή της.
Τι πυροδότησε λοιπόν το sell off της ΔΕΗ από το Φεβρουάριο και μετά; Καταρχήν οι πρώτες διαρροές του περιεχομένου της έκθεσης της McKinsey, του συμβούλου που η ίδια η ΔΕΗ είχε προσλάβει για να καταρτίσει το νέο της επιχειρησιακό πλάνο, και η οποία εφέρετο να εισηγείται κούρεμα δαπανών κατά 500 εκατ. ευρώ μόνο φέτος προκειμένου η επιχείρηση να καταστεί βιώσιμη. 
Οι μήνες κυλούσαν, οι ανησυχίες για το μέλλον της επιχείρησης μεγάλωναν, έπειτα και από τη συζήτηση στη Βουλή, μέχρι που ήρθε η Παρασκευή 27 Απριλίου, οπότε και η ΔΕΗ ανακοίνωσε αργά το βράδυ (;) τα οικονομικά αποτελέσματα για το 2017. Μείωση 51,8% στα κέρδη προ φόρων, μείωση 3,6% στον κύκλο εργασιών, και σημαντική υποχώρηση σε όλα τα βασικά μεγέθη, παρά την «ένεση» της κυβέρνησης να της επιστρέψει 359,8 εκατ. ευρώ για Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) για τα έτη 2012-2016. Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν βράδυ, επέτεινε τη πτώση των επόμενων ημερών.
Στις 13 Μαΐου ακολούθησε μια ακόμη διαρροή του περιεχομένου της έκθεσης της McKinsey για τη τραγική οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο ξένος οίκος διαπίστωνε ότι η ΔΕΗ δεν είναι βιώσιμη, ότι χρειάζεται εθελουσία αρκετών χιλιάδων εργαζομένων, άμεση αύξηση τιμολογίων, στροφή επειγόντως στις ΑΠΕ, στο φυσικό αέριο, και σε νέους τομείς παραγωγής εσόδων. Η μετοχή βούτηξε κι άλλο, όχι γιατί η αγορά διαφώνησε με τις προτάσεις της McKinsey, αλλά επειδή καταλάβαινε ότι δεν έχουν καμία απολύτως τύχη να εφαρμοστούν.
Τα παραπάνω όλα θέλουν να δείξουν ότι η αγορά δεν διαβάζει τις δηλώσεις του Σκρέκα και του Μανιάτη για να αποφασίσει αν θα πουλήσει ή θα αγοράσει μετοχές, παρά οικονομικές επιδόσεις και εκθέσεις. Όπως τότε που δεν υπήρχε το θέμα με την εξαγορά από τη ΔΕΗ της εταιρείας στα Σκόπια, έτσι και σήμερα, οι επενδυτές βλέπουν την ίδια εικόνα.
Μια κρατική επιχείρηση που δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της όσες οικονομικές ενέσεις και να της κάνει η κυβέρνηση (μέρισμα Τσίπρα τα Χριστούγεννα με τα έσοδα από ΥΚΩ 2012-2016, έσοδα από πώληση ΑΔΜΗΕ), και που όσες McKinsey και να προσλάβει, για λόγους που εξαρτώνται είτε από την ίδια τη φύση της, είτε από την κυβερνητική πολιτική, αδυνατεί να εφαρμόσει τις συνταγές τους.
Η αγορά στέκεται στα νούμερα, όπως για παράδειγμα ότι το βασικό μέγεθος για την εκτίμηση της βιωσιμότητας μιας επιχείρησης δεν είναι το καθαρό χρέος αλλά η αναλογία καθαρού χρέους προς EBITDA. Και η αναλογία Χρέος / EBITDA της ΔΕΗ από 3,5 φορές που ήταν το 2014 εκτινάχθηκε στις 7,5 φορές το 2017. Δηλαδή η ΔΕΗ το 2017 είχε καθαρό χρέος 7,5 φορές το λειτουργικό της περιθώριο (EBITDA). Η αγορά βλέπει ότι τα ληξιπρόθεσμα προς τη ΔΕΗ χρέη, έχουν αυξηθεί στα 2,4 δισ. ευρώ από 1,7 δισ. το 2014, ενώ διαβάζει ότι οι τιμές των δικαιωμάτων CO2 από 7,8 ευρώ / τόνος στα τέλη του 2014, βρίσκονται σήμερα στα 20 ευρώ, με τη Κομισιόν να προβλέπει ότι θα αυξηθούν στα 30 ευρώ. 
Αναρωτιέται επομένως ένας επενδυτής τι θα συμβεί τότε με τη κερδοφορία της ΔΕΗ, εκτός και αν πρέπει να πάρει τοις μετρητοίς τη δέσμευση Παναγιωτάκη ότι «η ΔΕΗ είναι ισχυρότατη», διότι διαφορετικά θα κατηγορηθεί ότι «κατασκευάζει ψευδή γεγονότα». 


(liberal.gr -Γ. Φιντικάκης)