Τα όσα ισχύουν πλέον αναφορικά με τις ρευματοκλοπές και την αποκοπή της παροχής ρεύματος αναλύει ο ΔΕΔΔΗΕ σε έγγραφο που απέστειλε πρόσφατα στη Βουλή.
Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια ο διαχειριστής κινήθηκε πιο δυναμικά για να καταπολεμήσει το βλαβερό αυτό φαινόμενο. Την περσινή χρονιά έγιναν αρκετές καταγγελίες καταναλωτών ότι στοχεύτηκαν άδικα χωρίς να έχουν διαπράξει ρευματοκλοπές.
Τα πράγματα ανέλαβε να βάλει σε μια σειρά η ρυθμιστική αρχή ενέργειας (ΡΑΑΕΥ), στέλνοντας σχετικές κατευθύνσεις στον ΔΕΔΔΗΕ.
Με αφορμή τα παραπάνω, ο ΔΕΔΔΗΕ σημειώνει ότι πλέον η εντολή αποκοπής-αποσύνδεσης της παροχής εκδίδεται μόνο μετά την εξέταση και την τυχόν απόρριψη των αντιρρήσεων εκ μέρους του χρήστη που εμπλέκεται.
Οι χρήστες διαθέτουν ήδη τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια είτε για τη λήψη προσωρινής δικαστικής προστασίας, είτε για να διεκδικήσουν τη δικαστική αναγνώριση ότι δεν έχουν τελέσει ρευματοκλοπή.
Με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, μόνο εάν χορηγηθεί με διάταξη ή απόφαση δικαστηρίου προσωρινή διαταγή ή ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να ανασταλεί δικαστικά η μη διακοπή της σύνδεσης λόγω διαπιστωμένης ρευματοκλοπής, σημειώνει ο διαχειριστής.
Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ επισημαίνει ότι μια καθολική και αυτόματη αναστολή των διακοπών σύνδεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης θα καθιστούσε τον όλο μηχανισμό αντιμετώπισης ρευματοκλοπών πρακτικά ανενεργό.
Συνεπώς, μια τέτοια ρύθμιση ενέχει τον άμεσο κίνδυνο να λειτουργήσει ως κίνητρο για την παρελκυστική άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και ένδικων μέσων με μοναδικό σκοπό τη συνέχιση της παράνομης ιδιοποίησης ενέργειας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη διόγκωση των ρευματοκλοπών, το κόστος των οποίων μετακυλίεται εν τέλει στο σύνολο των συνεπών καταναλωτών μέσω των λογαριασμών τους.
Ο ΔΕΔΔΗΕ προσθέτει στα παραπάνω ότι βρίσκεται σε διαρκή διαβούλευση με τη ΡΑΑΕΥ για την επικαιροποίηση του Κώδικα Διαχείρισης, με στόχο τη βελτίωση της διαδικασίας.
Επιστρατεύονται προηγμένες ψηφιακές τεχνολογίες
Πέραν των παραπάνω, ο ΔΕΔΔΗΕ εισέρχεται και στο τεχνικό κομμάτι της όλης υπόθεσης: Τονίζει σχετικά ότι ο χαρακτηρισμός μιας περίπτωσης ως διαπιστωμένη ρευματοκλοπή διενεργείται μέσω μιας αυστηρά τυποποιημένης και ρητής κανονιστικά διαδικασίας που εγγυάται το σαφή διαχωρισμό από περιπτώσεις φυσικής φθοράς ή τεχνικής αστοχίας υλικού. Η αξιολόγηση των ευρημάτων δεν εξαντλείται στον επιτόπιο έλεγχο, αλλά επισφραγίζεται από ενδελεχή εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη όταν απαιτείται.
Ο χρήστης ενημερώνεται εγγράφως για το δικαίωμά του να παρίσταται κατά τον εργαστηριακό έλεγχο. Το κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει ρητά ότι η σχετική υποχρέωση του ΔΕΔΔΗΕ αφορά μόνο στην προσπάθεια εντοπισμού του χρήστη. Σε περίπτωση που δεν βρεθεί, τότε ο διαχειριστής προχωρά ο ίδιος στην αυτοψία.
Τυχόν απαίτηση για υποχρεωτική παρουσία του χρήστη στην αυτοψία "επί ποινή" μη διενέργειάς της δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμη και θα δυσκόλευε πολύ την όλη προσπάθεια, σημειώνει ο ΔΕΔΔΗΕ. Άλλωστε, το στοιχείο του αιφνιδίου ελέγχου είναι καθοριστικό για την αποτελεσματικότητά της.
Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση, ο ΔΕΔΔΗΕ επενδύει στην ψηφιοποίηση της τεκμηρίωσης των ευρημάτων, διασφαλίζοντας την άμεση και αδιαμφισβήτητη καταγραφή των δεδομένων. Η υιοθέτηση αυτών των σύγχρονων μέσων ενισχύει τη διαφάνεια και εκμηδενίζει τις πιθανότητες σφαλμάτων.
Ταυτόχρονα, χρησιμοποιεί εργαλεία data mining και αλγόριθμους για τον εντοπισμό ρευματοκλοπών, τα οποία όμως δεν υποκαθιστούν τη φυσική αυτοψία που αποτελεί και τη μόνη νόμιμη αποδεικτική οδό.
Τί ισχύει με τα πρόστιμα
Σχετικά με τα καταλογισθέντα ποσά από ρευματοκλοπή, προβλέπονται συγκεκριμένος τρόπος για την αναθεώρηση των πορισμάτων. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί εσφαλμένος καταλογισμός, ο ΔΕΔΔΗΕ προβαίνει άμεσα στην ακύρωση των σχετικών χρεώσεων, την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και την πλήρη αποκατάσταση του προφίλ του καταναλωτή στα αρχεία του.
Ωστόσο, η απαίτηση για οριζόντια και αναδρομική επανεξέταση του συνόλου των υποθέσεων της τελευταίας τριετίας είναι αναιτιολόγητη και θα ερχόταν σε αντίθεση με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, καταλήγει ο διαχειριστής.